Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΟΣ ΝΟΣΤΟΣ


Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό με την επιθυμία
πως θα ξεφύγω απ’ αυτό κι’ από τη τυραννία.
Και να που τα κατάφερα-μπορώ να πω λιγάκι-
και με ιδρώτα έφτιαξα ένα μικρό σπιτάκι.
Σ’ αυτό μέσα χαιρόμασταν , εγώ και τα παιδιά μου,
μέχρι που ήρθε ο Σατανάς κι έχασα τη μαγκιά μου.
Τα πάντα τώρα αλλάξανε, ήρθαν τα πάνω κάτω
και ‘γω προσμένω μάταια του βαρελιού τον πάτο.
Οι φόροι πέφτουνε βροχή, τα πρόστιμα χαλάζι
κι ο τόπος μας με σιγουριά και σταθερά βουλιάζει.
Τα μαγαζιά μας κλείσανε, τα σπίτια τα πουλάμε
κι’ ενώ υπάρχουν κτήρια, δεν έχουμε να φάμε.
Σήμερα όμως μου κατσε η λύση στο μυαλό μου:
-Θα πάρω τα ματάκια μου, να πάω στο χωριό μου.
Εκεί θα βρω τους φίλους μου για δηλωτή τετράδα,
μεζέ σταφιδοστράγαλο και τσίπουρο με γράδα
θα βρω τη θειά τη Μήτσαινα, παρόλες να μου λέει
να ξεφουντώσει το μυαλό απ’ τα πολλά μου χρέη.
Θα ψάξω τα χωράφια μου, τον πατρικό μου κλήρο
και με μεράκι και δουλειά μπαχτσέδες θα τα σπείρω.
Θα ‘χω ψωμί χωριάτικο, ψημένο μες τη γάστρα,
τις αναμνήσεις συντροφιά, τον κήπο μου για γλάστρα.
Θα ΄χω αγγούρια μακριά, χηνάρια να πετάνε
τις τρείς τηλεοράσεις μου φωλιές για να γεννάνε.
Θα ‘χω κατσίκες , πρόβατα να κοπανάω γάλα
κι ένα γαϊδούρι γιώτα –χι, δεμένο για καβάλα.
Θ’ αράξω στο σπιτάκι μου, ήσυχα να κοιμάμαι
και τίποτ’ απ’ το σήμερα δε θέλω να θυμάμαι.
Τα μεσημέρια για δροσιά στο « μέγα το πλατάνι»
θα κάνω με την κούνια του στον ίσκιο του σεργιάνι.
Και τις νυχτιές στον ύπνο μου τ’ αηδόνι θα λαλάει
και η νεράιδα η παλιά θα με παρακαλάει.
Θα πάω να πω στους γέρους μου, απάνω στο ξωκλήσι,
πως τυχεροί σταθήκανε που δε θωρούν την κρίση.
Τέλος, στον ξομολόγο μου συχώριο θα ζητήσω,
γιατί τους «ΦΙΛΟΥΣ» ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ δεν έχω να ξοφλήσω.
"ανώνυμος"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου